Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"The marvel nowhere is not,
despite it circulates in
the veins of the pesrson!!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε
μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες
! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!

-Χτυπήστε στην ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ να σας υποδεχτούμε!
-Aναζητείστε το"Ποίημα του μήνα" στο τέλος της σελίδας.

19.1.17

Ω, Υπέροχη Μούσα!

Είσαι άπιαστη
Σαν ένα ρυάκι
Στις τούφες του δυόσμου!…
Τ’ αστέρια ανάβουν όταν τα κοιτάς.
Τους ανήκεις! Είσαι από το ίδιο υλικό!
Όπως το μάτι ανήκει στο πρόσωπο…
Έτσι κι έσυ ανήκεις στ' αστέρια.
Αλλά ξεφεύγεις, φεύγεις
Σαν ήχος του μαντολίνου μου
Άπιαστη
Ώ, Υπέροχη Μούσα μου, ώ ζωή μου.
Ιβαν Γκολλ. Δέκα χιλιάδες αυγές. (Αποσπάσματα).
Ανιχνευτής ο Επικούρειος Πέπος.

Αφιερωμένα στην Άλκηστη από Διοτίμα, Αρκά, και Επικούρειο Πέπο.

Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.
Κική Δημουλά, Πληθυντικός αριθμός. 
 
Ειν’ ένας δρόμος μακρύς και σιωπηλός.
Βαδίζω στο σκοτάδι και παραπατώ και πέφτω
και σηκώνομαι και με πόδια τυφλά πατώ πέτρες βουβές και ξερά φύλλα
και κάποιος πίσω μου κάνει το ίδιο:
αν σταματήσω, σταματάει
Αν τρέξω, τρέχει. Στρέφομαι κανείς.
Τα πάντα σκοτεινά και δίχως έξοδο
και στρίβω και ξαναστρίβω σε γωνιές που πάντα βγάζουνε στο δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, δε μ’ ακολουθεί
όπου εγώ ακολουθώ κάποιονε που παραπατά και που σηκώνεται και λέει βλέποντας- με: κανείς.
Οκτάβιο Παζ. Ο δρόμος.

Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν όλα. Να φύγουν κι’ οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου. Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι’ όλα μου λείψαν κ’ έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.
Να φύγουν όλοι! Ακάλεστοι κι’ ας ήρθανε με δώρα.
Τίποτα δεν εταίριασε στην εξαίσια γυμνότη
που με τριγύριζε λαμπρή. Μεγαλειώδεις πλάνες
που εμπρός τους με ταπείνωσαν ικέτη και δεσμώτη.
Τώρα προφητικά σημαίνει η μυστική καμπάνα
του «Δείπνου». Ο Μέγας Φίλος μου μηνά τη θέλησή του
ναρθή. Κι’ αν πάντοτε έλειπεν, όμως μεσ’ στην καρδιά του
άξια της πίστης μου έφεγγε τρισάξια η θύμησή του.
Για τη μεγάλη αναμονήν ετοιμασία θ’ αρχίσω.
Ζωντάνεψε στις φλέβες μου η ευγενική γενιά μου.
Τα χέρια μου της προσευχής, έτοιμα να συντρίψουν.
Φραγγέλιο η ασυμβίβαστη, περήφανη απονιά μου.
Κ’ έτσι θα νοιώσω, με σεμνά χαμηλωμένα μάτια,
να πέφτη από το βάθρο του κ’ ένας θεός ωραίος
που εύκολα με ψαλμούς λατρειάς βασίλεψε και μένει
ακόμα λαμπροστέφανος κι’ ανύποπτα μοιραίος.
Έρχεται! Ακούω που χτυπά πιο βιαστικά η καμπάνα.
Είμαι έτοιμη. Μονάχη της το τέλος αντικρύζει
πιο γρήγορο, στον πόθο της η τραγική ψυχή μου,
αμφίβολη αν τη πίστεψεν Αυτός που τη γνωρίζει.
Μαρία Πολυδούρη. «Ηχώ στο Χάος» (Κλείστε ερμητικά τις θύρες...)
 Ανιχνεύτρια η Διοτίμα.

Αφιέρωμα στην Άλκηστη για ευνόητους λόγους. Χρόνια Καλά και καλά ταξίδια στις ''ψυχές'' των ανθρώπων.

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
Ας δούμε μερικές από τις μεγαλύτερες φράσεις του:
Γιατί απλά κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο πολύ ξεχωριστοί, που αξίζει να ζεις, μόνο και μόνο για να τους συναντήσεις, κάποτε…
Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί. Ώ απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…
Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα.
Ένα σπίτι για να γεννηθείς, ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις, ένας στίχος για να κρυφτείς ένας κόσμος για να πεθάνεις.
Εκείνον τον καιρό έψαχνα να βρω κάτι που είχα χάσει (αν το βρω, ίσως σωθώ — ίσως σωθεί κι η ανθρωπότητα) Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος για κάτι πιο μακρινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί – πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.
Καλότυχοι εκείνοι που δε γνώρισαν τον εαυτό τους ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους μα ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κι ύστερα κοίταξαν έν’ άστρο σαν τη μόνη ανταπόδοση. αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.
Και κάθε βράδυ κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτήν την πολυσήμαντη αυριανή σου μέρα. η αμαρτία μας: ότι θελήσαμε πολλά, το έγκλημά μας: πράξαμε τόσα λίγα
Γι’ αυτό σου λέω πρέπει να βρεις έναν άλλο τρόπο να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους, όχι να περιμένεις την πράξη – είναι τότε αργά. ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν χιλιάδες ανείπωτα λόγια.
Το ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς – την πρώτη μέρα που διστάσαμε να πάρουμε μια απόφαση ή που σταθήκαμε εύκολοι σε μιαν αναβολή.
Όλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας. κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.
Ποτέ δε φανταζόμουν ότι τόσες πολλές μέρες κάνουν μια τόσο λίγη ζωή. η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο
Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει… Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.
Και όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε ήδη νεκροί. “Αύριο”, λες, και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο το πελώριο ποτέ.
Κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.
Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον
Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα τόσο αιώνια!

Ποίηση και Ποιητές. 20/01/2017 Αφιέρωμα στην Άλκηστη-Έφη



 Τσέσλαβ ΜΙΛΟΣ
«…Γύρευα την ποίηση δίχως να το ξέρω
κι ανακάλυψα, αργά, το σωστικό σκοπό της.
Σ, αυτό, μόνο σ’ αυτό, βρίσκω τη σωτηρία μου…»

Αχ έρωτα=Lorka=papadopoulos
Στην πορτοκαλιά από κάτω
Πλένει τα μπαμπακερά
Πράσινα έχει τα μάτια
κι η φωνή της βιολετιά
Αχ έρωτα!
Στην ανθισμένη την πορτοκαλιά από κάτω
Αχ έρωτα…
Τρέχει το νερό στ’ αυλάκι
Με τον ήλιο στην καρδιά του
Τραγουδάει ένα σπουργίτι
πάνω στη μικρή ελιά
Αχ έρωτα!!
Στην ανθισμένη την πορτοκαλιά από κάτω
Αχ έρωτα…
Κι όταν θα’χει αποσώσει
Όλο το σαπούνι η Λόλα
Θα ‘ρθουν οι μικροί Τορέρος,
Οι Τορέρος οι μικροί
Αχ έρωτα!!
Στην ανθισμένη την πορτοκαλιά από κάτω
Αχ έρωτα…

ΑΡΘΟΥΡ ΡΕΜΠΩ
 Αίσθηση
Γαλάζιες του καλοκαιριού βραδιές,
θα πάω στα μονοπάτια
στο κέντημα των σταχυών.
Την κοντή θα πατώ χλόη
ρεμβάζοντας, στα πόδια μου
τη δροσιά της θα νιώθω.
Θ’ αφήσω τον άνεμο να λούζει
το γυμνό μου κεφάλι.

Αμίλητος, κι  ούτε σκέψη καμιά:
Μα ο άπειρος έρωτας
την ψυχή θα μου πληρώσει
πέρα θα τραβήξω,
μακριά πολύ, ίδιος τσιγγάνος
στη φύση μέσα- ευτυχής
ωσάν με γυναίκα.

JUAN RAMÓN JIMÉNEZ

ΠΟΙΗΣΗ

Κάποτε νιώθω
καθώς το ρόδο
που θά ’μαι μια μέρα, καθώς το φτερό
που θά ‘μαι μια μέρα.

Και με τυλίγει ένα άρωμα, ξένο και δικό μου,
δικό μου κι ενός ρόδου·
και με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου
δική μου κι ενός πουλιού.

Τραγούδα, τραγούδα φωνή μου!
γιατί όσο υπάρχει ένα πράγμα
που δεν το είπες εσύ
δεν είπες τίποτα!

Ποίηση· δροσιά
της κάθε αυγής, κόρη
της κάθε νύχτας, ολόδροση, αγνή
αλήθεια των τελευταίων άστρων
πάνω στην τρυφερή αλήθεια των πρώτων λουλουδιών!
δροσιά, ποίηση·
πρωινή πτώση τ’ ουρανού πάνω στον κόσμο

Αυτή ’ναι η ζωή μου, εκείνη προς τα πάνω,
εκείνη της καθάριας αύρας,
του τελευταίου πουλιού,
των χρυσών κορυφών του σκοταδιού!
αυτή ’ναι η λευτεριά μου, να μυρίζω το ρόδο
να κόβω το ψυχρό νερό με το τρελό μου χέρι,
ν’ απογυμνώνω το δρυμό,
να παίρνω απ’ τον ήλιο το αιώνιο φως του!

Aνιχνεύτρια η Διοτίμα.

18.1.17

ΤΟ ΜΑΓΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΓΟΡΓΟΓΥΡΙ

Σε θυμάμαι σαν ένα λαμπερό ουράνιο τόξο
Στους δρόμους του ουρανού
Σε θυμάμαι όπως όλοι μας νοσταλγικά
Θυμόμαστε φίλους εκλεκτούς


Σε νιώθω στο φώς, στον αγέρα
Στο άρωμα των λουλουδιών
Και γεμίζει η άδεια μου ψυχή από τις ομορφιές σου
Και των πουλιών τις μουσικές


Βυθίζομαι στο κελάρυσμα των νερών του Κεφαλοπόταμου
Και με τη θύμησή σου, κάθε στεναγμό και κάθε πόνο
Σε αυτό το όνειρο ξεχνώ


Πιο κοντά μου σε νιώθω
Όσο κι αν μακριά σου φεύγω
Γιατί η εικόνα σου είναι μέσα μου
Σκιά που υπερνικά τη σκέψη μου


Όμορφο Γοργογύρι σε θυμάμαι
Γιατί γεμίζεις τα όνειρά μου,
Με χρώματα, με αρώματα 
Και με κάθε λογιών χαρίσματα


Θυμάμαι τις μαγικές βραδιές
Στην αυλή των θαυμάτων
Και νοσταλγώ την κάθοδο των αστεριών
Ω! μαγευτικό και πανέμορφο Γοργογύρι πόσο πολύ σ’ αγαπώ

Υ.γ αφιερωμένο σε αυτούς που για διάφορους λόγους ζουν μακριά από το Γοργογύρι.
Ποιητής: άγνωστος
Επιμέλεια ανάρτησης:Επικούρειος Πεπος.
Ανιχνευτής ποιήματος: Poof, Pepe, Fuzi Tomo kazu

Φιλόλαος: Ο πυθαγόρειος φιλόσοφος, μαθηματικός, αστρονόμος και ιατρός

Πυθαγόρειος φιλόσοφος σύγχρονος του Σωκράτη (480 – 400 π.Χ.) – ο πρώτος Πυθαγόρειος που άφησε γραπτό έργο – και που γεννήθηκε μάλλον στον Κρότωνα της νότιας Ιταλίας. Η ακμή του τοποθετείται στα τελευταία χρόνια του 5ου αιώνα.  Ερμήνευσε τον κόσμο ως ένα μείγμα περάτων και απείρων, το οποίο διέπεται από αρμονία. Η ύστερη φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρεάστηκε σημαντικά από τις θέσεις του Φιλόλαου.

Όταν μετά το θάνατό του Πυθαγόρα επικρατούσε διχόνοια ανάμεσα στις ιταλικές πόλεις, ο Φιλόλαος, σύμφωνα με κάποιες πηγές, δραπέτευσε πρώτα στην Λευκανία και μετά στη Θήβα. Αργότερα επέστρεψε στην Ιταλία, όπου είναι πιθανόν να δίδαξε τον μετέπειτα φιλόσοφο Αρχύτα.
Πυθαγόρας
Ο Φιλόλαος διδάχθηκε την περίφημη θεωρία των αριθμών του Πυθαγόρα και τόνιζε τη σημασία των αριθμητικών συνόλων. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις ιδιότητες της δεκάδας, που αποτελεί άθροισμα των τεσσάρων πρώτων αριθμών. Ο Σπεύσιππος, ο διάδοχός του Πλάτωνος στην Ακαδημία, αναφέρεται ότι αναπαρήγαγε το δόγμα των τεσσάρων πρώτων αριθμών από ένα βιβλίο του Φιλολάου.
Από τα έργα του Φιλολάου, ωστόσο, μόνο αποσπάσματα έχουν διασωθεί καθώς και η άποψη ότι ο Φιλόλαος υπήρξε ο πρώτος που συστηματοποίησε τον Πυθαγορισμό. Το μοναδικό έργο του είχε τίτλο πιθανόν «Περί φύσεως».
Στα αποσπάσματα του Φιλόλαου διακρίνεται η συμφιλίωση της πυθαγόρειας φιλοσοφίας με τη φυσιοκρατική παράδοση των Προσωκρατικών.
Τόση ήταν η φήμη του έργου του Φιλόλαου που ο μέγας Πλάτων αγόρασε για 100 μνες (νομισματική μονάδα) κατά το πρώτο του σικελικό ταξίδι, ποσό υπερβολικό για την εποχή, τα τρία βιβλία του «Περί Φύσεως». Από τα έργα αυτά λέγεται πως ο Πλάτωνας εμπνεύστηκε κομμάτι της κοσμοθεωρίας του και με βάση αυτό έγραψε τον Τίμαιο. Ίσως όμως ήταν μια κακόβουλη φήμη.
Οι αρχές και ο κόσμος
Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι το σύγγραμμα του Φιλόλαου ξεκινούσε με τη φράση: «ἁφύσις δ᾽ἐντῷ κόσμῳ ἁρμόχθη ἐξἀπείρων τε καὶ περαιν όντων καὶ ὅλος ὁκόσμος καὶτὰ ἐν αὐτῷ πάντα» (Βίοι 8.85, Φιλόλαος απόσπ. 1). Το πέρας και το άπειρο εμφανίζονται εδώ για πρώτη φορά ως αρχές των όντων. Και εφόσον οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν αρχές τους αριθμούς, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι και τα «άπειρα » και τα «περαίνοντα» του Φιλόλαου είχαν μαθηματική προέλευση – πέρατα λ.χ. θα μπορούσαν να είναι τα σχήματα ή ορισμένοι αριθμοί. Ο Φιλόλαος άλλωστε ρητώς δηλώνει ότι «όλα τα πράγματα που γνωρίζουμε έχουν αριθμό∙ γιατί χωρίς τον αριθμό είναι αδύνατο να σκεφτούμε ή να γνωρίσουμε κάτι» (αποσπ. 4).  Η συναρμογή των απείρων και των περαινόντων δημιουργεί στο σύμπαν την αρμονία.
Tο νέο στοιχείο είναι η σύνδεση της κοσμικής τάξης με τους αριθμούς και την αρμονία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι και ο Φιλόλαος ανέπτυξε κάποιου είδους κοσμογονία, όπου ως πρώτο γέννημα της ανάμειξης πέρατος και απείρου παρουσιάζεται «στο μέσον της σφαίρας η εστία» (απόσπ. 7). Είναι λογικό να συνδυάσουμε την Εστία του αποσπάσματος 7 με το Πυρ, που καταλάμβανε το κέντρο του σύμπαντος στην κοσμολογία των Πυθαγορείων.
Η αστρονομική θεωρία του Φιλόλαου
Ο Αριστοτέλης αποδίδει στους Πυθαγόρειους ένα αστρονομικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η Γη, οι πλανήτες και η σφαίρα των απλανών αστέρων περιστρέφονται γύρω από το κεντρικό Πυρ. Επειδή όμως τα περιστρεφόμενα σώματα ήταν 9, θέλοντας να εισαγάγουν στον κόσμο τον αριθμό 10 (την λεγομένη «τετρακτύ») οι Πυθαγόρειοι αυτοί θεώρησαν ότι υπάρχει και μια δεύτερη Γη, η «ἀντιχθών», που περιστρέφεται και αυτή γύρω από το Πυρ. Οι ειδικοί συμφωνούν ότι εισηγητής αυτής της θεωρίας ήταν ο Φιλόλαος. 
Η θεωρία ήταν βεβαίως τολμηρή, αφού απέδιδε κίνηση στη Γη, δεν μπορούσε ωστόσο να εξηγήσει ακόμη και τα πιο γνωστά πλανητικά φαινόμενα. Το πιο πιθανό είναι ότι ο Φιλόλαος δεν είχε έναν τέτοιο σκοπό, αλλά ήθελε να βρει έναν τρόπο για να προσδώσει αρμονία στον ουρανό. Με την ύπαρξη του 10, που αποτελεί το άθροισμα των πρώτων τεσσάρων αριθμών (1+2+3+4), ο κόσμος αποκτούσε αρμονική μουσική δομή: οι λόγοι 1/2, 2/3 και 3/4, που ήταν το θεμέλιο της μουσικής θεωρίας των Πυθαγορείων, ενυπήρχαν πλέον και στον ουρανό.
Παρόμοια θεώρηση του σύμπαντος προδίδει και η περίφημη πυθαγόρεια «αρμονία των σφαιρών», η ύπαρξη δηλαδή μιας ουράνιας μουσικής, που παράγουν οι πλανήτες και οι αστέρες καθώς κινούνται, μια μουσική την οποία όμως μόνο οι μυημένοι μπορούν να ακούσουν. Δεν αποκλείεται η γοητευτική αυτή θεωρία, που αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου, να αναπτύχθηκε και αυτή από τον Φιλόλαο.
Φιλόλαος και Πλάτων
Ο Πλάτων αναφέρει τον Φιλόλαο στον Φαίδωνα , όταν ζητά από τους συνομιλητές του να συζητήσουν τη θεωρία του, σύμφωνα με την οποία η ψυχή είναι μια μορφή αρμονίας των συστατικών του σώματος – και, επομένως δεν επιζεί μετά το θάνατό του.
Δεν χρειάζεται ωστόσο να αναφέρεται ρητώς στους διαλόγους ο Φιλόλαος, για να διακρίνει κανείς την επίδρασή του στον ύστερο Πλάτωνα. Πιο καθαρά από παντού η επίδραση αυτή φαίνεται στον Φίληβο , όπου ο Πλάτων ερμηνεύει τα κοσμικά φαινόμενα ως αρμονικά μείγματα Πέρατος και Απείρου.
Στον Τίμαιο πάλι ο κόσμος αποτελεί κατασκευή ενός αγαθού Δημιουργού που μορφοποιεί μέσω των αριθμών την προκοσμική απροσδιόριστη (δηλαδή «άπειρη») «χώρα». Και στα λεγόμενα «αγραφα δόγματά» του ο Πλάτων ταυτίζει τις Ιδέες με τους αριθμούς, γιατί θεωρεί ότι ο αριθμός συμπυκνώνει την οργανική σχέση του ενός και του πολλών, της ενότητας και της πολλαπλότητας, του πέρατος και του απείρου.
Πηγή: Βασίλης Κάλφας
Ανιχνεύτρια η Διοτίμα-Ζαν ντ' Άρκ.


2.400 χρόνια από τη γέννηση του Αριστοτέλη

Στην Αθήνα ο Αριστοτέλης έζησε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του, μαθήτευσε επί μακρόν και δίδαξε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, ίδρυσε το Λύκειο, δίδαξε εκεί και μεγαλούργησε, και όπου οι αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές έφεραν πρόσφατα στο φως το Λύκειον του Αριστοτέλους, που θα είναι το επίκεντρο του εν λόγω Συνεδρίου.
Το παρόν Συνέδριο σκοπεύει, εκτός των άλλων, κυρίως να διερευνήσει και τονίσει την σπουδαιότητα του φιλοσοφικού στοχασμού του Αριστοτέλη για τα δημόσια πράγματα αλλά και εν γένει για τα παγκόσμια ζητήματα που επηρεάζουν την ανθρωπότητα.
Ο Αριστοτέλης μας προσκαλεί σε καιρούς τόσο σκοτεινούς, αβέβαιους και αφιλοσόφητους – ως η μεγαλύτερη φιλοσοφική, πνευματική, επιστημονική, οικουμενική διάνοια – σ’ ένα αέναο περίπατο φιλοσοφικής αναζήτησης για φιλοσοφική λύτρωση και ενδυνάμωση ψυχικής αντίστασης κατά του οικουμενικού χάους που απειλεί τον πλανήτη γη και τον ελληνικό λαό και όλους τους λαούς της.
Γιατί ο Αριστοτέλης είναι τόσο σημαντικός;
Πρώτον: γιατί αποτελεί το θεμέλιο όλης της μεταγενέστερης φιλοσοφίας, αφού κανένας πριν από αυτόν δεν είχε συνεισφέρει τόσο πολύ στη γνώση και κανένας έπειτα από αυτόν δεν μπορεί να φιλοδοξεί να συναγωνιστεί τα επιτεύγματά του.
Δεύτερον: Γιατί, ο Αριστοτέλης είναι ο πρώην που σχεδίασε, ιεράρχησε και υλοποίησε μια πλήρη εγκυκλοπαίδεια της γνώσης
Τρίτον: Γιατί ο Αριστοτέλης εγκαινίασε τον σύγχρονο τρόπο γραφής της φιλοσοφίας και εμπλούτισε όσο κανένας άλλος το λεξικότητά της.
Τέταρτον: Γιατί ολόκληρα τμήματα της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη ισχύουν ακόμη και σήμερα και
Πέμπτον: Γιατί η επίδραση της αριστοτελικής σκέψης είναι οικουμενική. Γι’ αυτούς τους σπουδαίους λόγους Ελληνες- Ελληνίδες, νέοι – νέες καθώς και πολίτες όλων των ηλικιών φιλοσοφήσετε, μέσα στη σκοτεινή εποχή μ’ έναν περίπατο λυτρωτικής αναζήτησης ψάχνοντας για αντιστάσεις ψυχής πίσω από τον οικουμενικό φιλόσοφο Αριστοτέλη!
Aνιχνεύτρια η Διοτίμα-Ζαν ντ' Άρκ.

Κώστας Βάρναλης [Πάλι μεθυσμένος είσαι]

Το ποίημα που ακολουθεί είναι ο πρόλογος της ποιητικής συλλογής Σκλάβοι πολιορκημένοι. Τιτλοφόρησε έτσι τη συλλογή ο Βάρναλης παραλλάσσοντας τον τίτλο της γνωστής ποιητικής σύνθεσης του Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Οι σκλάβοι πολιορκημένοι του είναι όλοι οι άνθρωποι που είναι δέσμιοι των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμισι ώρα της νυχτός.
Κι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. - «Γεια σου, Κωνσταντή βαρβάτε!»

- Καλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;

Ένας σου ‘δινε ποτήρι κι άλλος σου ‘δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Κι αν σε πείραζε κανένας -αχ, εκείνος ο Τριβέλας!-

έκανες πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Αχ, πού ‘σαι, νιότη, πού δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!

Ο Κώστας Βάρναλης συνθέτει ένα πικρό πορτρέτο του εαυτού του, στον οποίο απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο σαν να θέλει να αντικρίσει με αποστασιοποίηση την τραγική του κατάσταση, αλλά και για να μην περιορίσει την ιστορία του Κωνσταντή στα στενά όρια του προσωπικού βιώματος. Η κατάσταση, άλλωστε, του Κωνσταντή δεν αποτελεί κάτι το ασυνήθιστο για την εποχή του (1927), όπως και για τις περιόδους που ακολούθησαν. Η παραίτηση, η μίζερη διαβίωση κι η φτώχεια συνοδεύουν -ατυχώς- τη ζωή πολλών ανθρώπων.
Το ποίημα έχει συντεθεί με ποικιλία μέτρων και οι στίχοι του έχουν ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, μιας και πρόκειται για έργο της παραδοσιακής ποίησης.

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμισι ώρα της νυχτός.
Κι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. - «Γεια σου, Κωνσταντή βαρβάτε!»

- Καλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;

Η χρήση του επιρρήματος «πάλι» υποδηλώνει από την αρχή πως η κατάσταση μέθης αποτελεί κάτι το συνηθισμένο για τον ήρωα του ποιήματος. Αργά τη νύχτα κι ο Κωνσταντής είναι πάλι μεθυσμένος και γυρίζει από τραπέζι σε τραπέζι. Αν και τα γόνατά του τρέμουν από το μεθύσι, εκείνος κρατιέται στητός, διότι δεν θέλει να καταλάβουν οι γύρω του πόσο μεθυσμένος είναι. Μια εικόνα ηθικής και σωματικής εξαθλίωσης, που φανερώνει πως ο ήρωας του ποιήματος δεν έχει πια τη δυνατότητα να φροντίζει για τη διαφύλαξη της αξιοπρέπειάς του.
Ο Κωνσταντής -ο ίδιος ο ποιητής δηλαδή- πηγαίνει και στέκει μπροστά από κάθε τραπεζάκι, προσδοκώντας κάποιο κέρασμα και ανεχόμενος για χάρη του κεράσματος αυτού τα πειράγματα των θαμώνων. Ενδεικτική ως προς αυτό η προσφώνηση που του επιφυλάσσουν: «Γεια σου, Κωνσταντή, βαρβάτε!». Το επίθετο βαρβάτος, που σημαίνει εκείνος που είναι πολύ αρρενωπός και πολύ δυνατός, λειτουργεί ως σαρκαστικό σχόλιο για τον ήρωα που μετά βίας κατορθώνει να συγκρατήσει όρθιο το κορμί του, αφού η μέθη καθιστά το βήμα του ασταθές.
Ο ήρωας του ποιήματος δέχεται το καλοκάγαθο αυτό πείραγμα με ύφος δουλικό, προσφωνώντας τους θαμώνες «αφεντικά» και ρωτώντας τους πως περνούν. Δηλώνει, έτσι, πως έχει επίγνωση ότι βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση από εκείνους, αφού επί της ουσίας βρίσκεται μπροστά τους για να ζητιανέψει λίγο κρασί, αλλά και για να επισημάνει πως εκείνοι έχουν τη δυνατότητα να τρώνε και να πίνουν έχοντας τα αναγκαία χρήματα για να πληρώσουν το λογαριασμό, σε αντίθεση με εκείνον.

Ένας σου ‘δινε ποτήρι κι άλλος σου ‘δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.

Οι πελάτες των καπηλειών, οι πελάτες στις ταβέρνες, τηρούν μια γενναιόδωρη στάση απέναντι στον μέθυσο Κωνσταντή και τον κερνούν ο καθένας κι από κάτι, προσφέροντάς του και κρασί, μα και κάτι να φάει. Μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται σε κάθε ταβέρνα, μέχρι ο ήρωας να περάσει από όλες τις ταβέρνες της γειτονιάς.
Το γεγονός, βέβαια, ότι οι πελάτες ενδίδουν στην έμμεση επαιτεία του Κωνσταντή υποδηλώνει πως τον γνωρίζουν πια καιρό και πως ξέρουν για ποιο λόγο εμφανίζεται μπροστά τους. Πρόκειται, δηλαδή, για μια παγιωμένη κατάσταση.

Κι αν σε πείραζε κανένας -αχ, εκείνος ο Τριβέλας!-

έκανες πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

Ωστόσο, δεν είναι κατ’ ανάγκη όλοι οι πελάτες στις ταβέρνες απόλυτα αγαθοί απέναντι στον μέθυσο Κωνσταντή. Υπάρχουν και ορισμένοι που τον πειράζουν, όπως εκείνος ο Τριβέλας∙ όνομα, προφανώς, πλαστό, που παραπέμπει στο τριβέλι (τρυπάνι) και στη μεταφορική σημασία του ρήματος τριβελίζω: βασανίζω, ταλαιπωρώ. Ο ποιητής με το όνομα Τριβέλας, θέλει να υποδηλώσει πως πάντοτε υπάρχει κάποιος που βρίσκει ευκαιρία να βασανίσει τον αδύναμο Κωνσταντή και να γελάσει εις βάρος του. Ο Κωνσταντής, ούτως ή άλλως, αποτελεί εύκολο θύμα απέναντι στα πειράγματα των καλοθελητών, αφού η κατάστασή του είναι απελπιστική.
Ο ήρωας, πάντως, γνωρίζοντας πως δεν μπορεί επί της ουσίας να απαντήσει στα πειράγματα αυτά, έστω κι να τον πληγώνουν, κάνει πως δεν τα αντιλαμβάνεται και χαμογελά με γλυκό τρόπο σε όλους. Ο Κωνσταντής υποτάσσεται στη χαιρεκακία των άλλων και δεν αντιδρά, διότι γνωρίζει πως, ως ένα μεγάλο βαθμό, αποτελεί δική του επιλογή το να στέκεται απέναντί τους και να περιμένει από αυτούς το κέρασμα. Αν είχε την απαραίτητη οικονομική άνεση, δεν θα περίμενε από τους άλλους να του προσφέρουν κρασί, κι αν είχε τον αναγκαίο αυτοσεβασμό δεν θα έφτανε στο σημείο να ζει κατ’ αυτό τον παρασιτικό τρόπο.

Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.

Το στοιχείο που καθιστά ακόμη τραγικότερη την κατάσταση του Κωνσταντή, και όλων των ανθρώπων που βιώνουν κάτι αντίστοιχο, είναι πως δεν πρόκειται για κάτι το προσωρινό∙ δεν αποτελεί μια παροδική φάση στη ζωή του, αλλά μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση, η οποία ολοένα και επιδεινώνεται. Όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει ο ποιητής, τα ίδια έγιναν χτες, τα ίδια και σήμερα, κι αυτό γίνεται ήδη από χρόνια πριν και αναπόφευκτα θα συνεχίσει να γίνεται και χρόνια μετά.
Ο Κωνσταντής αφήνεται κάθε μέρα και περισσότερο στην εξαθλίωση αυτή, γεγονός που προδίδει συναισθηματική εγκατάλειψη και πλήρη απουσία θέλησης για διαφυγή από αυτό τον φαύλο κύκλο ολέθριας διαβίωσης. Ο ήρωας μοιάζει να έχει βολευτεί σ’ αυτόν τον μίζερο και καταστροφικό τρόπο ζωής, που βασίζεται στην ελεημοσύνη των άλλων και στην πρόσκαιρη λήθη που προσφέρει το καθημερινό μεθύσι.

Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Αχ, πού ‘σαι, νιότη, πού δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!

Ο ποιητής επιχειρεί μια μερική διερεύνηση των λόγων που έχουν οδηγήσει τον Κωνσταντή σε αυτή την απελπιστική κατάσταση, προβάλλοντας ως πρώτη πιθανότητα το ενδεχόμενο να μην έχει την αναγκαία θέληση. Είναι πιθανό, δηλαδή, ο ήρωας να μην έχει αρκετή δύναμη χαρακτήρα και αρκετή αποφασιστικότητα, ώστε να καταπολεμήσει την επιθυμία του για αλκοόλ και να αφήσει τα καταστροφικά γι’ αυτόν ξενύχτια και μεθύσια. Ίσως ο ήρωας δεν έχει αρκετή θέληση για να αντιπαλέψει τις αντίξοες συνθήκες της εποχής του που του έχουν στερήσει τις κατάλληλες ευκαιρίες για να αποκτήσει μια καλύτερη ζωή. Ίσως, όμως, ο Κωνσταντής να βασανίζεται από κάποιον μεγάλο εσωτερικό πόνο που αποδυναμώνει μέσα του κάθε άλλη προσωπική δύναμη και θέληση. Το ενδεχόμενο να υπάρχει κάτι που προκαλεί μεγάλο πόνο στον ήρωα είναι το δεύτερο που διερευνά ο ποιητής, μη δίνοντας ωστόσο επαρκή στοιχεία ώστε να είναι εφικτό να αντιληφθούμε πραγματικά τι έχει ωθήσει τον ήρωα σε αυτή την κατάντια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ρητορικό ερώτημα του καταληκτικού στίχου, το οποίο φανερώνει πως ο Κωνσταντής δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον ποιητή. Η κατάληξη του ρήματος «γινόμουν» καθιστά εύλογη την ταύτιση αυτή και δίνει μια ιδιαίτερη διάσταση στο συγκεκριμένο ποίημα, το οποίο γίνεται αίφνης πολύ πιο προσωπικό και απρόσμενα αποκαλυπτικό για τη ζωή του ποιητή.
Όπως γίνεται σαφές από τον στίχο αυτό, όταν ο ποιητής ήταν νέος είχε πολλές προσδοκίες και ελπίδες για την κατάκτηση ενός καλύτερου μέλλοντος. Είχε, δηλαδή, όλες εκείνες τις θετικές προοπτικές, που δημιουργούσαν τη βεβαιότητα ότι θα πετύχαινε κάτι το αξιοσημείωτο και θα αποκτούσε μια καλή ζωή. Η πραγματικότητα, εντούτοις, όπως αποδίδεται στο υπόλοιπο ποίημα, αποκαλύπτει μια τραγική διάψευση όλων αυτών των προσδοκιών. Ο ποιητής όχι μόνο δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του μια καλή ζωή, αλλά έχει γίνει ο περίγελος των θαμώνων στα καπηλεία της γειτονιάς του.
Αξίζει να προσεχθεί πως ο ποιητής παρουσιάζει ως πιθανούς λόγους για τον ξεπεσμό του αυτό στοιχεία που σχετίζονται με τον ίδιο και την προσωπικότητά του και δεν αναφέρεται στις δυσμενείς συνθήκες της εποχής του. Το γεγονός αυτό φανερώνει μια ενοχική διάθεση του ποιητή και μια πεποίθηση πως η ευθύνη βαρύνει κυρίως τον ίδιο, αφού, πιθανώς, και παρά τις δυσκολίες της εποχής, αν το είχε θελήσει αρκετά, θα μπορούσε να έχει πετύχει πολύ περισσότερα πράγματα στη ζωή του. 
Aνιχνεύτρια η Ζαν ντ' Άρκ-Διοτίμα. 
Πηγή: latistorblogspot.com